Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

plehate sy

См. также в других словарях:

  • πλίσσω — και πλίσσομαι Α (το ενεργ και κυρίως το μέσ.) 1. βηματίζω διπλώνοντας το ένα σκέλος μετά το άλλο 2. (στον Όμ.) (για ημιόνους) βηματίζω γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Έχει προταθεί η σύνδεση τού ρ. με τύπους όπως: αρχ. ιρλδ. sliassait… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»