-
1 plehate sy
Беларуска (лацінка)-рускі слоўнік і слоўнік беларускай кірыліцы > plehate sy
-
2 плёхацца
lat. plehate sy
См. также в других словарях:
πλίσσω — και πλίσσομαι Α (το ενεργ και κυρίως το μέσ.) 1. βηματίζω διπλώνοντας το ένα σκέλος μετά το άλλο 2. (στον Όμ.) (για ημιόνους) βηματίζω γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Έχει προταθεί η σύνδεση τού ρ. με τύπους όπως: αρχ. ιρλδ. sliassait… … Dictionary of Greek